Στη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων και για πρώτη φορά στην Ιστορία τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία απειλήθηκαν αλλήλους με Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εντελώς δυσανάλογη φύση της κρίσης σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς δείχνει ότι τα διακυβεύματα σήμερα δεν έχουν να κάνουν πλέον με τα γεγονότα που συμβαίνουν στη διευρυμένη Μέση Ανατολή από το 2001, αλλά αποκλειστικά με μια προσπάθεια διατήρησης της Παγκόσμιας Τάξης σήμερα.

Μετά τη γιγαντιαία σφαγή εκατομμυρίων ανθρώπων για δεκαεπτά χρόνια, από το Αφγανιστάν στη Λιβύη, ο τρόπος με τον οποίο πέθαναν πενήντα περίπου άνθρωποι στην Ανατολική Γκούτα (Συρία) έχει κάτι το γελοίο. Αυτό όμως ήταν το πρόσχημα που επέλεξαν, στις 14 Απριλίου, η Ουάσιγκτον, το Παρίσι και το Λονδίνο για να ξεκινήσουν μια τριμερή αεροπορική επίθεση.

Ας μην αποστασιοποιηθούμε από τις περιστάσεις και να επιστρέψουμε στη ρίζα του προβλήματος: οι Δυτικοί προσπαθούν να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στον υπόλοιπο κόσμο, ενώ η Ρωσία και η Κίνα χειραφετούνται από αυτή.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τράμπμ δεν δίστασε να τουϊτάρει στη Ρωσία ότι σκόπευε να πυροδοτήσει πυραύλους νέας γενιάς στους στρατιώτες της στη Συρία.
Ο Ρώσος πρεσβευτής, Αλέξανδρος Ζασσπκίν, απάντησε αμέσως ότι τα πυρομαχικά αυτά θα καταρρίπτονταν και ότι τα αεροπλάνα και τα πλοία που θα τα πυροδοτούσαν θα καταστρέφονταν. Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Μπινάλι Γιλιντρέμ εκπληκτικέ από αυτή την «φιλονικία του δρόμου» και τους κάλεσε να λογικευτούν. Όλοι οι παίκτες άρχισαν τότε να κάνουν πίσω.

Η ναυτική ομάδα του αεροπλανοφόρου USS Harry S. Truman απέπλευσε από τη βάση του Norfolk, προφανώς για να τοποθετηθεί εναντίον της Συρίας. Θα χρειαστούν αρκετές εβδομάδες για είναι λειτουργικό. Το ζήτημα της αντιπαράθεσης των Ηνωμένων Πολιτειών-Ρωσίας, δηλαδή του Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου, θα ξανατεθεί τότε.

Είναι αυτονόητο ότι η προετοιμασία αυτής της μονάδας και των 6.500 στρατιωτών της ξεκίνησε πολύ πριν από την υπόθεση της Γκούτα, η οποία χρησιμεύει ως πρόσχημα για την ανάπτυξή της.

Το ερώτημα λοιπόν είναι εάν με την πυροδότηση βροχής από πυραύλους σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της αναβάλλουν την αντιπαράθεση προκειμένου να τοποθετηθούν καλύτερα ή, αντίθετα, αν παραιτήθηκαν από την αναμέτρηση και προετοιμάζονται για μια άλλη μορφή σύγκρουσης.

Ο στρατιωτικός απολογισμός των βομβαρδισμών της 14ης Απριλίου είναι εκπληκτικός: 103 πύραυλοι φέρεται να πυροδότησαν οι Σύμμαχοι. Οι 71 φέρεται να καταστράφηκαν κατά την πτήση από τον Συριακό Αραβικό Στρατό. Ένα εγκαταλελειμμένο στρατιωτικό εργαστήριο κατεδαφίστηκε και πλήγηκαν κτήρια σε δύο αεροδρόμια. Αυτή η πλημμύρα πυρρός φέρεται να είχε μόνο τρεις τραυματίες και δεν σκότωσε κανέναν. Αν ο Donald Trump, ο Emmanuel Macron και η Theresa May ήθελαν να δείξουν τη δύναμή τους, έδειξαν ως επί το πλείστον την ανικανότητά τους.

Ιδωμένο από την Δαμασκό το μήνυμα ήταν σαφές: η Συρία απελευθερώνεται από τους τζιχαντιστές, δεν θα βιώσει όμως την ειρήνη και δεν θα μπορεί να υπολογίζει στη βοήθεια της Δύσης για την ανασυγκρότηση της.

Οι Σύμμαχοι ισχυρίστηκαν ότι η Συρία συσσωρεύει αποθέματα χημικών όπλων παρά την ένταξη της στη Σύμβαση που τα απαγορεύει. Ισχυρίστηκαν ότι στόχευαν μόνο στόχους που σχετίζονται με αυτά τα όπλα. Ως εκ τούτου, για παράδειγμα, πυροβόλησαν τέσσερις πυραύλους προς το Διεθνές Αεροδρόμιο της Δαμασκού, έναν αποκλειστικά μη στρατιωτικό στόχο. Ευτυχώς, ο Αραβικός Στρατός της Συρίας κατόρθωσε να τους καταρρίψει όλους.

Συνολικά, ο Αραβικός Στρατός της Συρίας, ο οποίος διέθετε μόνο τα S-125, S-200, Buk, Kvadrat και Osa, κατάφερε μόνο του να καταρρίψει τα δύο τρίτα των δυτικών πυραύλων. Εν τέλει, παρά τους εαυτούς τους, οι Σύμμαχοι μόλις έδωσαν την πρώτη μάχη της Ιστορίας τους, όπου δεν σκότωσαν κανέναν εχθρό. Η Γαλλία, η οποία δοκίμασε για πρώτη φορά σε κατάσταση μάχης το νέο ναυτικό πύραυλο κρουζ της, δεν μπόρεσε να διεκδικήσει μια επιτυχία στους δυνητικούς πελάτες της.

Είναι αλήθεια ότι οι Σύμμαχοι περιόρισαν οι ίδιοι τη δράση τους. Απέφυγαν προσεκτικά να αγγίζουν ρωσικούς ή ιρανούς στόχους και αυτά τα δύο Κράτη δεν συμμετείχαν στη μάχη. Ωστόσο, η Δυτική Αρμάδα δεν διαθέτει πλέον την ικανότητα να επιβάλει τη βούλησή της σε μεσαίες δυνάμεις όταν προστατεύονται από τη Ρωσία.

Ο καθένας κατάλαβε ότι από τώρα και στο εξής:
 οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία - όπως παλιά οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ - θα αποφύγουν οποιαδήποτε άμεση αντιπαράθεση για την πρόληψη του πυρηνικού πολέμου,
 και ότι οι συμμαχικές μεσαίες δυνάμεις της Ρωσίας δεν θα τραυματιστούν σημαντικά από τους Δυτικούς.
 Η μόνη στρατιωτική υπεροχή της Ουάσιγκτον, του Λονδίνου και του Παρισιού έγκειται στην ικανότητά τους να χειραγωγούν ένοπλες ομάδες και να τις χρησιμοποιούν δια αντιπροσώπων.

Στρατολογώντας τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο στο πλευρό του, ο πρόεδρος Τραμπ τους ανάγκασε να δεχτούν την πραγματικότητα που αρνιόνταν.

Αυτή η σπουδαία παράσταση δεν ήταν επομένως παρά μόνο μια τελευταία στάση. Μετά από ένα τέταρτο του αιώνα μονομερούς δυτικής κυριαρχίας, οι τρεις κύριες στρατιωτικές δυνάμεις της μόλις υποβιβάστηκαν. Ο κόσμος επέστρεψε σε μια διπολική κατάσταση Ψυχρού Πολέμου, για τον οποίον όμως ο νέος κανόνας του παιχνιδιού πρέπει να γραφτεί. Ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος θα περιμένει.

Μετάφραση
Κριστιάν Άκκυριά
Πηγή
Ινφογνώμων Πολιτικά (Ελλάδα)