JPEG - 20.6 ko
Παραβιάζοντας τους υγειονομικούς κανόνες της διοίκησής του, ο υπουργός Εξωτερικών Mike Pompeo επισκέφθηκε το Ισραήλ στις 13 Μαΐου 2020, ήτοι τέσσερις ημέρες πριν από το διορισμό της νέας κυβέρνησης. Προς έκπληξη όλων, ασχολήθηκε με τα περιφερειακά ζητήματα μόνο για λίγα λεπτά της ώρας και αφιέρωσε τον υπόλοιπο χρόνο της επίσκεψής του στην ανασκόπηση των κινεζικών επενδύσεων στη χώρα.

Μία από τις συνέπειες της επιδημίας του κορωνοϊού είναι ότι οι Δυτικοί αντιλήφθηκαν την εξάρτηση τους από τα κινέζικα προϊόντα μεταποίησης. Ούτε οι Ευρωπαίοι ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν σε θέση να κατασκευάσουν επειγόντως τις εκατομμύρια χειρουργικές μάσκες που σκόπευαν να διανείμουν στους πληθυσμούς τους. Έπρεπε να τις αγοράσουν από την Κίνα και συχνά πολεμούσαν μεταξύ τους ακόμα και στο τέρμα των αεροδρόμιων για να τις πάρουν και να τις στείλουν στις χώρες τους εις βάρος των συμμάχων τους.

Στο πλαίσιο «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», η ηγεσία των ΗΠΑ στον δυτικό κόσμο έχανε το νόημά της. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ουάσινγκτον αποφάσισε όχι πια να εξισορροπήσει τις εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, αλλά να αντιταχθεί στην κατασκευή των δρόμων του μεταξιού και να βοηθήσει τους Ευρωπαίους να μετεγκαταστήσουν μέρος της βιομηχανίας τους. Θα μπορούσε να είναι ένα αποφασιστικό σημείο καμπής: Μικρό διάλλειμα της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης που είχε ξεκινήσει με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Προσοχή: δεν πρόκειται για οικονομική απόφαση αμφισβήτησης των αρχών του ελεύθερου εμπορίου, αλλά για μια γεωπολιτική στρατηγική δολιοφθοράς των κινεζικών φιλοδοξιών.

Αυτή η αλλαγή στρατηγικής είχε ανακοινωθεί από την, όχι μόνο οικονομική, αλλά και πολιτική και στρατιωτική εκστρατεία κατά της Huawei. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ φοβόνταν ότι εάν η Huawei κέρδιζε τις δυτικές δημόσιες συμβάσεις προμηθειών για την εγκατάσταση του G5, ο κινεζικός στρατός θα μπορούσε να υποκλέψει τα σήματα. Προπαντός, ήξεραν ότι εάν οι Κινέζοι έπαιρναν αυτές τις αγορές, θα γίνονταν οι μόνοι που θα μπορούσαν τεχνικά να κάνουν το επόμενο βήμα [1].

Δεν πρόκειται για συμμόρφωση της κυβέρνησης Τραμπ στις φαντασιώσεις της Κόκκινης Αυγής [2] της οποίας η αντι-κινεζική εμμονή βασίζεται σε έναν πρωταρχικό αντικομουνισμό, αλλά για συνειδητοποίηση της γιγαντιαίας στρατιωτικής προόδου του Πεκίνου. Βέβαια, ο προϋπολογισμός του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού είναι γελοίος σε σύγκριση με αυτόν των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, αλλά ακριβώς η πολύ οικονομική στρατηγική του και η τεχνική του πρόοδος του επιτρέπουν σήμερα να προκαλέσει το αμερικανικό τέρας.

Στο τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, οι Κινέζοι του Κουομιντάνγκ και του Κομμουνιστικού Κόμματος δεσμεύτηκαν να επανενώσεων τη χώρα τους και να εκδικηθούν για έναν μακρύ αιώνα αποικιακής ταπείνωσης. Μια προσωπικότητα του Κουομιντάνγκ, ο Τσανγκ Κάσε-Τσεκ, προσπάθησε να εξαλείψει το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά ηττήθηκε και πήγε στην εξορία στην Ταϊβάν. Ο Μάο Τσεντούνγκ συνέχισε αυτό το εθνικιστικό όνειρο οδηγώντας ταυτόχρονα το Κομμουνιστικό Κόμμα σε έναν κοινωνικό μετασχηματισμό της χώρας. Ωστόσο, ο στόχος του, πάντα και πάνω απ ’όλα, παρέμεινε εθνικιστικός, όπως αποδεικνύεται από τον σινο-ρωσικό πόλεμο για το νησί Zhenbao το 1969. Στη δεκαετία του 1980, ο ναύαρχος Liu Huaqing (εκείνος που κατέστειλε την απόπειρα πραξικοπήματος του Τζάο Ζιγιάνγκ στη πλατεία Τάιανμεν) επινόησε μια στρατηγική για να απομακρύνει τον αμερικανικό στρατό από την κινεζική ζώνη. Αυτή η πολιτική εφαρμόζεται υπομονετικά για σαράντα χρόνια. Χωρίς ποτέ να προκαλέσει πόλεμο, το Πεκίνο επέκτεινε την εδαφική του κυριαρχία στη Θάλασσα της Κίνας και παρενοχλεί το αμερικανικό ναυτικό εκεί. Η στιγμή που θα πρέπει να αποσυρθεί το τελευταίο δεν είναι μακριά, αφήνοντας την Κίνα να επανακτήσει την Ταϊβάν με τη βία.

Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους πατέρας θεώρησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έμειναν χωρίς αντίπαλο και ότι ήρθε η ώρα να βγάλουν λεφτά. Αποστράτευσε ένα εκατομμύριο στρατιώτες και άνοιξε το δρόμο για την χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση. Οι πολυεθνικές των ΗΠΑ μετέφεραν τις εταιρείες τους στην Κίνα, όπου τα προϊόντα τους κατασκευάζονταν από αμέτρητους ανειδίκευτους εργάτες, είκοσι φορές λιγότερο αμειβόμενους από τους Αμερικανούς . Σταδιακά, σχεδόν όλα τα προϊόντα που καταναλώνονται στις ΗΠΑ εισήχθησαν από την Κίνα. Η μεσαία τάξη των ΗΠΑ έγινε φτωχότερη, ενώ η Κίνα εκπαίδευε τους εργαζομένους της και πλούτιζε. Με βάση την αρχή του ελεύθερου εμπορίου, η κίνηση εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη Δύση και μετά σε ολόκληρο τον κόσμο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα αποφάσισε να αποκαταστήσει ένα σύγχρονο ισοδύναμο με τον αρχαίο δρόμο του μεταξιού και, το 2013, εξέλεξε τον Xi Jinping για να πραγματοποιήσει αυτό το έργο. Όταν θα ολοκληρωθεί, η Κίνα θα κατέχει σχεδόν το μονοπώλιο κατασκευής των προϊόντων μεταποίησης στο κόσμο.

Αποφασίζοντας να υπονομεύσει τους Δρόμους του Μεταξιού, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί να ωθήσει την Κίνα εκτός της δικής της πολιτιστικής ζώνης, όπως η Κίνα ωθεί τις ΗΠΑ από τη δική τους. Για αυτό το σκοπό, μπορεί να βασιστεί στους «συμμάχους» του, των οποίων οι εταιρείες έχουν ήδη καταστραφεί από εξαιρετικής ποιότητας κινεζικά προϊόντα σε χαμηλές τιμές. Μερικοί από εκείνους έχουν ήδη βιώσει εξεγέρσεις εξαιτίας αυτού, όπως τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία. Παλαιότερα, ο αρχαίος δρόμος του μεταξιού έφερνε άγνωστα προϊόντα στην Ευρώπη, ενώ οι σημερινοί δρόμοι μεταφέρουν τα ίδια προϊόντα με αυτά που παράγονται στην Ευρώπη, αλλά πολύ φθηνότερα.

Σε αντίθεση με τη δημοφιλή πεποίθηση, η Κίνα θα μπορούσε να εγκαταλείψει τους δρόμους του μεταξιού για γεωστρατηγικούς λόγους ανεξάρτητα από το ύψος των επενδύσεών που έχουν γίνει. Το έχει κάνει στο παρελθόν. Είχε σκεφτεί να ανοίξει μια θαλάσσια οδό του μεταξιού τον 15ο αιώνα, είχε στείλει τον ναύαρχο Ζενγκ Χέ, επικεφαλής μιας απίθανης αρμάδας, «τον ευνούχο με τα τρία κοσμήματα», μέχρι την Αφρική και τη Μέση Ανατολή, πριν αποσυρθεί και καταστραφεί ο γιγαντιαίος στόλος του για να μην επιστρέψει ποτέ.

Ο υπουργός Εξωτερικών Mike Pompeo επισκέφθηκε το Ισραήλ σε πλήρες lockdown. Προσπάθησε να πείσει τους δύο μελλοντικούς πρωθυπουργούς, τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου (Εβραίο αποικιοκράτη) και τον αναπληρωτή και τον αντίπαλό του στρατηγό Μπέννι Γκάντς (Ισραηλινός εθνικιστής), να σταματήσουν τις κινεζικές επενδύσεις στη χώρα [3]. Οι κινεζικές εταιρείες ελέγχουν ήδη το ήμισυ του ισραηλινού γεωργικού τομέα και αναμένεται να εξασφαλίσει το 90% των εμπορικών συναλλαγών τους, στους επόμενους μήνες. Ο Mike Pompeo αναμένεται επίσης να προσπαθήσει να πείσει τον πρόεδρο της Αιγύπτου, Abdel Fattah el-Sissi. Πράγματι, η διώρυγα του Σουέζ και τα ισραηλινά λιμάνια της Χάιφα και του Ashdod επρόκειτο να γίνουν οι τερματικοί σταθμοί της σύγχρονης οδού του μεταξιού στη Μεσόγειο.

Μετά από διάφορες προσπάθειες, η Κίνα αξιολόγησε την αστάθεια που υφίσταται στο Ιράκ, τη Συρία και τη Τουρκίας και σταμάτησε να τις διασχίζει. Επιτεύχθηκε σιωπηρή συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας για να αφήσουν έναν τζιχαντιστικό θύλακα οπουδήποτε στα συροτουρκικά σύνορα για να αποθαρρυνθούν οι κινεζικές επενδύσεις στην περιοχή. Η Μόσχα σκοπεύει να στηρίζει τη συμμαχία της με το Πεκίνο στους δρόμους του μεταξιού που διασχίζουν τη δική της επικράτεια και τις όχι δυτικές χώρες. Είναι το σχέδιο της «Μεγάλης Ευρασιατικής Σύμπραξης» του προέδρου Βλαντιμίρ Πουτίν [4].

Επιστρέφουμε ξανά και ξανά στο ίδιο δίλημμα («η παγίδα του Θουκυδίδη»): ενώπιον της ανόδου μιας νέας δύναμης (της Κίνας), η κυρίαρχη δύναμη (οι ΗΠΑ) πρέπει είτε να της κηρύσσει πόλεμο (όπως η Σπάρτη εναντίον της Αθήνας), είτε να αφήσει χώρο στον νεοφερμένο, δηλαδή να αποδεχτεί τη διαίρεση του κόσμου.

Μετάφραση
Κριστιάν Άκκυριά
Πηγή
Ινφογνώμων Πολιτικά (Ελλάδα)

[1] «Huawei», Réseau Voltaire.

[2] “Η Covid-19 και η Κόκκινη Αυγή”, του Τιερί Μεϊσάν, Μετάφραση Κριστιάν Άκκυριά, Ινφογνώμων Πολιτικά (Ελλάδα) , Δίκτυο Βολταίρος, 28 avril 2020.

[3] « La « route de la soie » passera par la Jordanie, l’Égypte et Israël », “Ο Δρόμος του Μεταξιού και το Ισραήλ”, του Τιερί Μεϊσάν, Μετάφραση Κριστιάν Άκκυριά, Ινφογνώμων Πολιτικά (Ελλάδα) , Δίκτυο Βολταίρος, 16 & 30 octobre 2018.

[4] « Discours de Sergueï Lavrov devant la 74e session de l’Assemblée générale des Nations unies », par Sergueï Lavrov, Réseau Voltaire, 27 septembre 2019.